L’amante des livres.

L’amante des livres.

Το καλοκαίρι ανακοινώθηκαν τα λογοτεχνικά βραβεία 2020 του περιοδικού «Αναγνώστης» (τα οποία αφορούσαν σε έργα με έτος έκδοσης το 2019).

Το βραβείο για το καλύτερο διήγημα απενεμήθη στο Μιχάλη Μακρόπουλο για το «Μαύρο νερό» από τις εκδόσεις Κίχλη. Το «Μαύρο νερό» είναι η προτελευταία νουβέλα του συγγραφέα και μεταφραστή. Η τελευταία του φέρει τον τίτλο «Η Θάλασσα» και κυκλοφορεί, επίσης, από τις εκδόσεις Κίχλη. 

Ο Μιχάλης Μακρόπουλος έχει γράψει περισσότερες από είκοσι νουβέλες και παραμύθια κι έχει μεταφράσει πάνω από εκατόν είκοσι βιβλία από τα αγγλικά και τα γαλλικά. Είναι Αθηναίος, έζησε, όμως, εννέα χρόνια στη Θεσσαλονίκη και τα τελευταία δέκα χρόνια ζει στη Λευκάδα με τη σύζυγο και τα δυο τους παιδιά. Επιπλέον, περνάει μεγάλα διαστήματα στο Δελβινάκι Πωγωνίου στην Ήπειρο. 

Εκεί λοιπόν, σε αυτή τη γωνιά της Ηπείρου, στο Πωγώνι, διαδραματίζεται και η ιστορία την οποία αφηγείται ο συγγραφέας. Δοκιμαστικές γεωτρήσεις με σκοπό τις εξορύξεις υδρογονανθράκων έχουν δηλητηριάσει τον υδροφόρο ορίζοντα της ευρύτερης περιοχής κι έχουν μετατρέψει το τοπίο σε νεκροταφείο βυτίων και σκουριασμένων αντλιών. Σε ένα χωριό που έχει πλέον ερημώσει, ένας πατέρας κι ο ανάπηρος γιος του προσπαθούν να επιβιώσουν. Αυτό είναι το σκηνικό της ιστορίας την οποία αφηγείται ο Μακρόπουλος. 

Ξεκινώντας να διαβάζω το «Μαύρο νερό» μου ήρθε στο μυαλό μια σκηνή της ταινίας «Ο Δρόμος» η οποία βασίζεται στο ομώνυμο δυστοπικό μυθιστόρημα του Κόρμακ Μακ Κάρθυ. Πατέρας και γιος που προσπαθούν να επιβιώσουν εκεί, πατέρας και γιος που προσπαθούν να επιβιώσουν κι εδώ. Κι ένα ζοφερό περιβάλλον που πλαισιώνει την προσπάθειά τους αυτή και στις δύο περιπτώσεις. Στη ζοφερή αυτή ατμόσφαιρα, τον αναγνώστη της νουβέλας του Μακρόπουλου εισάγει ήδη ο αντιφατικός τίτλος της νουβέλας και η φωτογραφία που κοσμεί το εξώφυλλο και την οποία έχει τραβήξει ο ίδιος. 

Στο χωριό αυτό, εκτός από τον Πατέρα και το γιο, ζουν ακόμη και οι υπόλοιποι δέκα συγχωριανοί (στο σύνολο δώδεκα από τους αρχικούς διακόσιους πενήντα κατοίκους του χωριού) οι οποίοι έχουν ξεμείνει εκεί και αρνούνται να  εγκαταλείψουν τον τόπο τους μετά την οικολογική καταστροφή που έχει συντελεστεί. Ακόμη κι όταν η Πολιτεία τους γυρίσει την πλάτη έτσι ώστε να τους πιέσει να φύγουν και να μεταφερθούν σε σπίτια της πόλης τα οποία προορίζονται για εκείνους, αυτοί, εκτός από ελάχιστες εξαιρέσεις, δε δέχονται. Γιατί έτσι θα έχαναν τη μόνη σταθερά της ζωής τους κι έπειτα το νόημά της. Για το λόγο αυτό εξακολουθούν να κάνουν πράγματα τα οποία τους κάνουν να νιώθουν ασφαλείς και προστατευμένοι από το εχθρικό περιβάλλον, όσο οξύμωρο κι αν ακούγεται αυτό: «[…] στις δύο πήρε το λεωφορείο. Μέσα, οι ίδιοι δεκαπέντε επιβάτες, αλλά το παράξενο ήταν πως ο καθένας κάθισε ξανά στην πρωινή του θέση, λες κι αυτή η επανάληψη έδινε στη ζωή τους τάξη κι ένα νόημα». Διατηρώντας τις συνήθειές τους βιώνουν μια αίσθηση κανονικής ζωής, της ζωής που έζησαν όλα τα προηγούμενα χρόνια, της δικής τους ζωής, της ζωής που τους έκανε αυτό που ήταν: «Στο Ανήλιο στάθηκε και καθάρισε το δρόμο από τις πέτρες, […]. Συνήθως από τη μια Παρασκευή στην άλλη, που περνούσε το λεωφορείο, δεν πέρναγε τίποτε άλλο, αλλά ο καθαρισμός του δρόμου από τις πέτρες ήταν μια από τις κοινοτικές εργασίες που είχε αναθέσει ο ίδιος στον εαυτό του, κι ας μην υπήρχε πια κοινότητα. Ήταν σαν την αλλαγή του φίλτρου στη βρύση –κι ας μην είχε νόημα να το κάνει, το έκανε με τη μάταιη πίστη ότι μπορεί κάποιος ταξιδιώτης να περνούσε…». Επομένως, εγκαταλείποντας τον τόπο τους θα ήταν σα να χάνουν την ταυτότητά τους. Κι αυτό ήταν το μόνο που τους είχε απομείνει, 

Η άρνησή τους αυτή μου θύμισε τα όσα διάβασα στο βιβλίο της Αλεξίεβιτς «Τσέρνομπιλ: Ένα χρονικό του μέλλοντος». Την άρνηση, παρά τις διαταγές, κάποιων κατοίκων της μολυσμένης περιοχής του Τσέρνομπιλ να εγκαταλείψουν τα σπίτια τους και οι οποίοι όταν ήρθαν τα λεωφορεία για να τους πάρουν, εκείνοι κρύφτηκαν στο δάσος μαζί με τις αγελάδες τους. Εφόσον ολόκληρος πόλεμος δεν τους έδιωξε από τα μέρη τους, πώς θα μπορούσε να το κάνει η ραδιενέργεια; Προτίμησαν να μείνουν εκεί κι ας μην είχαν ρεύμα, γιατρούς, μαγαζιά για τα ψώνια τους, κι ας έπρεπε να περπατούν πολλά χιλιόμετρα για να προμηθευτούν τα απαραίτητα. Ακριβώς το ίδιο συμβαίνει κι εδώ. 

Στη μολυσμένη περιοχή του Πωγωνίου δεν υπάρχουν χρήματα, οι εναπομείναντες άνθρωποι δεν εργάζονται, αλλά παίρνουν κάποιο επίδομα, είναι γέροι ή δείχνουν γέροι κι ας μην είναι, η όψη τους είναι «κλειστή και κενή, όπως κλειστά και κενά είναι και τα περισσότερα σπίτια», μα και τα κατοικημένα μοιάζουν «μονάχο του το καθένα», όλα υποδηλώνουν την έννοια της ερημιάς και της εγκατάλειψης: το παμπάλαιο στρατιωτικό αεροπλάνο σκουριάζει ξεχασμένο, τα τζάμια του λεωφορείου για τα Γιάννενα που περνάει μία φορά την εβδομάδα είναι βρόμικα, το τσιμέντο του δρόμου έχει πλέον ραγίσει, οι λίμνες είναι νεκρές χωρίς ψάρια, το νερό, τα φυτά και τα ζώα έχουν δηλητηριαστεί, τα σκυλιά πεθαίνουν, η Αρρώστια έχει μετατρέψει όλους σχεδόν τους κατοίκους του χωριού σε φαντάσματα έτσι ώστε «ουσιαστικά δεν υπήρχε πια χωρίο: μόνο ξεχασμένοι άνθρωποι». Μέσα σε αυτό το σκηνικό παλεύει να επιβιώσει κι ο Πατέρας μαζί με το γιο του Χριστόφορο ή για να το θέσω πιο σωστά παλεύει να κρατηθεί ζωντανός για το γιο του Χριστόφορο. 

Στην ιστορία αυτή –και σε αντίθεση με την ιστορία του Άγιου Χριστόφορου που κουβάλησε στην πλάτη του το θειο βρέφος– ο Πατέρας καβαλάει στην πλάτη του το γιο του γιατί ο Χριστόφορος έχει ατροφικά πόδια που δεν μπορεί να χρησιμοποιήσει και ένα μόνο καλό χέρι. Όπως λέει σε κάποιο σημείο ο Πατέρας: «Σε τούτο, όπως και σε τόσα άλλα, ο κόσμος είχε αναποδογυρίσει». Ο Πατέρας –ο οποίος σε όλη τη νουβέλα δεν κατονομάζεται, απλώς αναφέρεται ως ο Πατέρας με π κεφαλαίο– είναι ένας άνθρωπος στον οποίο δεν έχει απομείνει πλέον παρά μόνο αυτή η ιδιότητα, η ιδιότητα του πατερά: «Με τη δύση, ο ουρανός κοκκίνιζε σε μια μακριά και φαρδιά λωρίδα, τα σύννεφα μάτωναν, κι αυτοί τότε έμοιαζαν, Πατέρας και γιος, οι τελευταίοι άνθρωποι στη γη». Αυτός ο άνθρωπος δεν είναι πλέον σύζυγος, δεν είναι εραστής, έχει απομακρυνθεί από τον εαυτό του, από αυτό που κάποτε ήταν. Η ζωή του «η τωρινή ήταν όλη το αγόρι». Πλένει το Χριστόφορο με ευλαβική προσοχή, όμως «το δικό του κορμί το έτριψε με λιγότερη προσοχή [...], κάπως αδιάφορα, χωρίς να στέκεται με αγάπη και φροντίδα σε κάθε βρόμικη πτυχή στο δέρμα, και να την τρίβει ώσπου να καθαρίσει ολότελα. Καθάρισε το κορμί του όπως θα έτριβε τη σκουριά από ένα εργαλείο που το χρειαζόταν...». Όταν ο γιος του τον ρώτησε τι θα ήθελε για εκείνον, αναρωτήθηκε κι ο ίδιος τι θα ήθελε «σαν ν’ άκουγε κάποιον άλλο να το λέει: έναν άνθρωπο που είχε θελήσει κάποτε κάτι, μα δεν θυμόταν πια τι». 

Η νουβέλα είναι μια δυστοπική αλληγορία. Σε πρώτο επίπεδο πρόκειται για την ιστορία μιας οικολογικής καταστροφής και για τον αγώνα της επιβίωσης. Σε δεύτερο επίπεδο πρόκειται για ένα κείμενο με πολλούς συμβολισμούς κι ακόμη, για ένα κείμενο-ύμνο στην αγάπη. Λες και όλο αυτό το σκοτάδι υφαίνεται μόνο και μόνο για να λάμψει περισσότερο το φως της αγάπης. 

Πρόκειται για μια νουβέλα καλογραμμένη, ατμοσφαιρική, σπαρακτική, λιτή και περιεκτική καθώς οι λέξεις της είναι μετρημένες, μα τα νοήματά της πολλά, η κάθε λέξη είναι τοποθετημένη εκεί ακριβώς που θα έπρεπε να είναι κι αυτό χαρίζει στο κείμενο τρομερή δύναμη, αλλά και ισορροπία. Επομένως, παρά τη μικρή του φόρμα, το «Μαύρο νερό» αποτελεί σαφώς ένα μεγάλο βιβλίο, από αυτά που εμπλουτίζουν με τον καλύτερο δυνατό τρόπο τη σύγχρονη ελληνική λογοτεχνία και το οποίο δίκαια κέρδισε το βραβείο καλύτερου διηγήματος 2020. 

ΥΓ: Σε αυτόν το ζοφερό κόσμο σημαντικός είναι και ο ρόλος των βιβλίων. Γιατί τα βιβλία είναι αυτά που κρατούν συντροφιά στο Χριστόφορο και τα βιβλία είναι αυτά που κρατούν τη γλώσσα ζωντανή: «Τα χέρια τους είχαν μια αφύσικη ακινησία. Ήταν βουβά χέρια, που είχαν χάσει τη γλώσσα των νοημάτων, όπως είχαν χαθεί από τη λαλιά τους οι πιο πολλές λέξεις, γιατί ήταν άχρηστες και σ’ αχρησία. Αυτός όμως διέφερε, γιατί ’χε τον Χριστόφορο να μιλά, και γιατί του Φόρη του άρεσαν τα βιβλία. Έτσι στο σπιτικό τους οι λέξεις παρέμεναν ζωντανές». 

 

Καλή ανάγνωση, 

l’amante des livres. 

X